Παρασκευή, 06 Νοεμβρίου 2009

“…στη σκιά ενός παράξενου εφιάλτη;



Ο πρώτος άνδρας της νονάς μου της Λίνας, που με βάφτισε όταν ήταν δεκάξι χρονών, έμοιαζε πολύ με τον Marlon Brando. Αλλά σαν σκιά είχε φύγει από τη ζωή μας, από τη γειτονιά μας, παρ’ όλο που γέμιζε τον κήπο, γέμιζε το σπίτι. Νομίζω πως περισσότερο γι’ αυτήν την επικείμενη απουσία, της τόσο έντονης παρουσίας του, τον ερωτεύτηκα τρελά. Έφυγε σαν σκιά, τρυπημένος από δυνατούς προβολείς, όταν τον πήρε το αυτοκίνητο με τη σειρήνα και τους αστυνομικούς. Τον πήραν ενώ εκείνος πάλευε. Ύστερα, δεν ακούσαμε τίποτα γι’ αυτόν. Σχεδόν ξεχάσαμε εκείνο το τελευταίο μουγκρητό του. Μετά από πολλά χρόνια η Λίνα μας διηγήθηκε πώς σαν μια σκιά ήσυχη, του εαυτού του γερασμένου και τσακισμένου, ξαναγύρισε και συναντήθηκαν, μια μοναδική φορά, ένα βράδυ, σ’ ένα μπαράκι της Καλλιθέας.
Η Λίνα είχε φτάσει πρώτη, σφιγμένη μέσα στο μεσάτο ταγέρ της. Είχε από καιρό κόψει τα μαλλιά της, που της πήγαιναν καλύτερα μακριά.
Όταν ο Τεό μπήκε, ήτανε μουσκεμένος από τη ψιλή βροχή, έσταζε η άσπρη καπαρντίνα του. Ήτανε ένας Απρίλης τόσο βροχερός, που έμοιαζε με κάποιο τέλος του κόσμου. Η Λίνα πρόσεξε ότι του έκανε κόπο να σηκώσει το βλέμμα και να την κοιτάξει. Τόσα χρόνια στο Ψυχιατρείο! Τι να’ χουνε δει τα μάτια του; Αναρωτήθηκε. Τα μάτια του κουρασμένα και θολά σιγά σιγά σκαρφάλωσαν και σταμάτησαν στο πρόσωπό της. Τα μάγουλά του ήσαν ρουφηγμένα, τα μαλλιά του είχαν γκριζάρει. Τότε η Λίνα χάρηκε που τα δικά της ήσαν φρεσκοβαμμένα. Μόλις όμως της χαμογέλασε, ο χρόνος έπαψε για μια στιγμή να κυλά. Με τρεμάμενο χέρι έπιασε το ποτήρι της και στο δάχτυλό της γυάλισε το μπριγιάν από τον δεύτερο γάμο της, με τον βιομήχανο Ανδρέα Παπά. Πολύ θα ήθελε η Λίνα να τον έκαιγε τον Ανδρέα αυτή η συνάντηση. Όμως εκείνος αργούσε όλο και πιο πολύ τα βράδια, από τότε που τα είχε φτιάξει με μία Ρωσίδα, διάσημη πιανίστρια.
Ο Τεό της έδωσε το χέρι μ’ έναν μορφασμό. Τι δεν θα’ δινε η Λίνα για να ξαναδεί το παλιό του πρόσωπο, κοντά στο δικό της! «Λίνα, εσύ είσαι;» τη ρώτησε δειλά «δεν σου φαίνονται τα χρόνια, κρίμα που έκοψες τα μαλλιά σου», και τότε άνοιξε η γη κάτω από τα πόδια της και υπήρχε το παλιό τους σπίτι, με τα πολλά άσπρα μάρμαρα, τις κρυφές γωνίες, υπήρχε και το παιχνίδι που παίζανε – πως δεν είχανε σώματα. Μέχρι που, κάποια στιγμή στο πάτωμα, όταν εκείνος κατάφερνε να τυλίξει τα μαλλιά της γύρω από τον καρπό του και να την ακινητοποιήσει, εκείνη σβησμένα να του πει «Ναι, έχω σώμα και είναι δικό σου, αλλά εγώ δεν είμαι, εγώ δεν είμαι», να του ψιθυρίζει και να χάνεται. Ο γάμος τους είχε κρατήσει πεντέμισι μήνες, κι ήταν ένα ατέλειωτο παιχνίδι. Ένα βράδυ όμως, ξαφνικά, ο Τεό στράβωσε. «Ποια είσαι;» ούρλιαζε και την πέταγε πάνω, στην ντουλάπα και στους τοίχους, πέφτανε τα κάδρα, ράγισε ο μεγάλος καθρέφτης του μπουφέ. Η Λίνα στην αρχή δεν καταλάβαινε γιατί αγρίεψε τόσο πολύ αυτό το παιχνίδι, ούτε γιατί την πονούσε το σώμα της, αφού δεν είχε σώμα. Είχε σκεφτεί «Θεέ μου, μήπως τον ερωτεύτηκα στη σκιά ενός παράξενου εφιάλτη;».
Που να φανταστεί ότι είχε έρθει το τέλος, ότι θα γλίτωνε παρά τρίχα, στριγκλίζοντας «Βοήθεια, Αστυνομία!». Και ο Τέο θα πέρναγε τα επόμενα είκοσι χρόνια θαμμένος ζωντανός σε ψυχιατρική κλινική… Τη σκούντηξε ελαφρά και την ξανάφερε πίσω στο μπαρ. Την κοίταζε τώρα βαθιά στα μάτια. «Ήμουν για ένα διάστημα στο ίδιο δωμάτιο με ένα πρεζάκι» της είπε «είχε κρυμμένο κάτω από το στρώμα του ένα βιβλίο του Τσεζάρε Παβέζε, λέγεται Ο Διάβολος στους Λόφους. Μ’ έβαλε κι έμαθα απ’ έξω εκείνη την παράγραφο από το κεφάλαιο 25, στην σελίδα 138. ¨Καμία γυναίκα δεν αξίζει όσο μία πρέζα… Τους λείπει η εσωτερική ζωή, η ελευθερία. Γι’ αυτό κυνηγάνε κάτι που δεν βρίσκουνε. Οι πιο ενδιαφέρουσες είναι οι απελπισμένες, εκείνες που δεν ξέρουν να απολαύσουν. Κανένας άνδρας δεν τις ικανοποιεί. Είναι πραγματικά femmes damnées (καταραμένες γυναίκες)… Οι γυναίκες που είναι κλεισμένες σε μοναστήρια, ή στις φυλακές, έχουν βρει τον εραστή τους. Ο Θεός που προσκυνάνε, ή ο άντρας που σκοτώσανε, δεν τις εγκαταλείπει στιγμή, και είναι ήρεμες¨».
Η μουσική στο μπαρ είχε δυναμώσει, είχε ένα beat που χτυπούσε μέσα στο κλουβί του θώρακά της, η Λίνα νόμιζε πως επηρεάζει την καρδιά της αυτός ο ήχος των ντραμς, και την κάνει να χτυπάει πολύ δυνατά. «Εγώ έζησα πολύ καιρό μέσα στα μωσαϊκά» συνέχισε ο Τεό. «Υπάρχει ζωή χωρίς αρχή και τέλος μέσα στα μωσαϊκά. Υπάρχει ένα κρυφό δικαστήριο, που σε καταδικάζει να πετρώσεις εκεί κάτω, να σε πατάνε οι σόλες των νοσοκόμων και των γιατρών. Σε φέρνουν πίσω από το κώμα της ινσουλίνης, αλλά, αν δουν πως γι’ αυτούς δεν αξίζεις τίποτα, σε στέλνουν πάλι στον πάτο. Πες μου όμως εσύ καλύτερα τα δικά σου. Τι βρήκες; Τι κατάφερες; Τι έχεις κάνει με την ψυχή σου; και το σώμα σου;». Η Λίνα πρόσεξε πως, καθώς συνέχιζε να επαναλαμβάνει τις ερωτήσεις με επιμονή και αγωνία, αναδυόταν στα λόγια του ένας μυστικός ρυθμός. Η πόρτα βρισκόταν απέναντί της, ούτε μακριά ούτε κοντά. Έπρεπε να βγει από εκεί μέσα γρήγορα, γιατί ένιωθε τα δάχτυλά του, σαν τανάλια, να της σφίγγουν το μπράτσο.


Μαρία Μήτσορα
«Με λένε Λέξη»
εκδόσεις Πατάκη

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Το ημερολόγιο ενός αρπακτικού



Κανένα όνομα δεν έχει αλλάξει για να προστατευθούν όσοι αθώοι
σχετίζονται με αυτή την αφήγηση.
Να πάνε να γαμηθούν. Είναι όλοι τους ένοχοι.
...
Η Μάστανγκ του ΄67 στο χρώμα του κερασιού παραλίγο να γίνει σμπαράλια. Σανίδωσα το γκάζι και τη κάρφωσα στο πανύψηλο πεύκο, ένα μέτρο από το μπροστινό παράθυρο του σπιτιού της γριάς. Το σοκ στο πρόσωπό της, ανεκτίμητο. Παραλίγο να πάθει έμφραγμα. Ο Αλ άρπαξε το τιμόνι. Λίγα μόλις δευτερόλεπτα προτού τρακάρουμε. Δεν πρόλάβε να κάνει τίποτα. Μου ούρλιαξε να κατέβω απ’ τ΄αμάξι. Να φύγω. Να εξαφανιστώ προτού φτάσουν οι μπάτσοι. Με τράβηξε από τη θέση του οδηγού. Έβαλε όπισθεν και πάτησε τέρμα το γκάζι. Έκπληκτος που το κωλόπραμα τσούλαγε ακόμα. Το έβαλε στο γκαράζ του. Λίγα τετράγωνα πιο κάτω. Βρόντηξε δυνατά την πόρτα. Δεν ήθελε ούτε να με βλέπει στα μάτια του. Είχε ξοδέψει τέσσερα χιλιάρικα και δούλευε τρεις μήνες για να επισκευάσει τη μηχανή. Να πετύχει ακριβώς το χρώμα που ήθελε. Να αλλάξει την ταπετσαρία στο εσωτερικό. Δεν έπρεπε να με αφήσει να οδηγήσω. Είχα μόλις γίνει δεκατριών.
Του υποσχέθηκα πως θα του το ξεπλήρωνα σε γαμήσι. Γύρισε και με κοίταξε. Μου είπε να πάω σπίτι μου. Ίσως με φώναζε αργότερα. Ανασήκωσα τους ώμους μου κι έφυγα κουνώντας τον κώλο μου προκλητικά. Το ήξερα ότι θα με φώναζε. Τον έκανα ό,τι ήθελα. Τον έσερνα από το μουνί μου.
Πηδιόμασταν τους τελευταίους έξι μήνες. Τον είχα αποπλανήσει στα μπροστινά σκαλιά της οικίας του εφημέριου, πίσω από την εκκλησία του Αγίου Σωτήρα. Έκοβε δρόμο καθώς γυρνούσε από το μαγαζί με τα ανταλλακτικά αυτοκινήτων. Τον φώναξα. Ήξερα ποιος ήταν. Είχα ήδη περάσει τη μισή γειτονιά. Τα δύο αδέρφια που έμεναν απέναντί μου. Τον ξάδερφό τους. Τον πρώην πεζοναύτη στη γωνία. Το γέρο που είχε το δισκάδικο. Το αγόρι στο ταμείο του τοπικού σούπερ-μάρκετ. Το παιδί που έφερνε τις πίτσες. Το μεγαλύτερο αδελφό του. Μερικούς απ’ τους φίλους μου. Τους μισούς απ’ όσους με είχαν πάρει όταν έκανα ωτοστόπ. Το μικρέμπορο μαριχουάνας.

Ευχόμουν ένας απ’ όλους, κάποιος, όλοι τους, να με βοηθήσουν να σβήσω από τη μνήμη μου τα καυτά χέρια του πατέρα μου. Τα χέρια που άπλωνε συνεχώς πάνω μου. Τα χέρια που δεν κάθονταν ποτέ ήσυχα. Τα χέρια που ήθελαν συνεχώς να χώνονται, να κεντρίζουν, να τσιμπάνε, να τραβούν, να μολύνουν. Τα χέρια που έμοιαζαν να έχουν δική του ζωή. Τα χέρια που…έμοιαζαν πολύ με τα δικά μου.
Παρακολουθώντας τον πατέρα μου έμαθα πώς να εξαπατώ, να βουτάω από μαγαζιά, να κλέβω, να πειρατεύω, να σουφρώνω, να μηχανορραφώ και να πείθω σχεδόν οποιονδήποτε για οτιδήποτε. Πολύτιμα μαθήματα για τα οποία νιώθω ευγνώμων. Κληρονόμησα την ικανότητα του Λένι να κολακεύω τον άλλον με διχαλωτή γλώσσα, να ακροβατώ πάνω στο λεπτό όριο μεταξύ εμμονής και τρέλας και να παίρνω αυτό που θέλω. Όποτε το θέλω, βρέξει-χιονίσει, όπως έλεγε κι ο Λένι. Πριν τον σκοτώσει η καρδιακή προσβολή. Πριν τον μετατρέψει σε στάχτες. Στο φάντασμα μιας ανάμνησης που το πνεύμα της ακόμα με στοιχειώνει, ζει και αναπνέει μέσα από μένα. Εκδηλώνεται στο είναι μου. Τα χέρια μου, οι πράξεις του διαβόλου που είχε μέσα του. Το φύλο μου, η ακόρεστη πείνα του. Μια πείνα που ούτε ο τάφος δεν μπόρεσε να σβήσει, που με κυνηγάει απ’ την ώρα που γεννήθηκα και μ’ ακολουθεί σ’ όλη μου τη ζωή.


«Το ημερολόγιο ενός αρπακτικού»
Lydia Lunch
μετάφραση Ισηγόνης
εκδόσεις Οξύ musika

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2009

... φταίω ...;


…Δεν θυμάμαι να αισθάνομαι σαν παιδί, περισσότερο σαν κουρελάκι, από μετάξι ή βελούδο, που πιάστηκε για λίγο στ’ αγκάθια της Γης. Κι όπου να’ ναι θα το πάρουν οι άνεμοι του χρόνου.


…Θυμάμαι ένα πολύχρωμο κουρελάκι, δεμένο σε κάποιο παλούκι, να δείχνει την κατεύθυνση του αέρα, ήτανε παγωμένος Νοτιάς.


…Συνεχίζω να παλεύω με τον εαυτό μου, να παλεύω με το σώμα μου, που ήταν πάντα πηγή μεγάλης αγωνίας. Φορτίο δυσβάσταχτο και αντικείμενο έρωτα. Το γεγονός πως είναι φθαρτό άνοιξε το μονοπάτι προς το Άγχος του Χρόνου. Σήμερα πια, πιο πολύ παλεύω με την φθορά μου. Εξακολουθώ να το γυμνάζω, να το ντύνω προσεκτικά, να το περιποιούμαι, με λίγα λόγια να το υπηρετώ, ενώ μοιάζει να έχω ξεχάσει την εξάσκηση στην Παντοδυναμία της Σκέψης.


…Εκεί, ένα κοριτσάκι, η Μαριάννα, μαζί με τις δύο φανταστικές φιλενάδες της, εύχονται να πεθάνουν οι γονείς τους- για να υπάρχει μόνο Principe de Plaisir, να το πούμε γαλλικά και φροϋδικά. Εκφράζουν αυτήν την επιθυμία και πραγματοποιείται. Τότε κάνουν κατά τη γνώμη τους μια ωραία κηδευτική τελετή, και μετά –καθώς νυχτώνει- η Μαριάννα έχει πεινάσει. Αυτό το Principe de Plaisir είναι έτοιμο να καταβροχθίσει το Σύμπαν. «Θέλησε πια τελείως η Μαριάννα ένα αυγό τηγανητό. Αν είχαμε λίγο βούτυρο, θα τηγανίζαμε ένα αυγό, θα τηγανίζαμε τη Γη, σκέφτηκε. Θα τηγανίζαμε και τη θάλασσα με τα ψάρια, άφρισε η Ερμίνα. Έξω νύχτωσε. Και τον ουρανό με τ’ άστρα, συμπλήρωσε λάμποντας η Σιμόνη».


…Το σπίτι, πλησιάζοντας με, μικραίνει. Και το ίδιο και τα ανθρώπινο περιεχόμενό του μπαίνουν μπροστά στα μάτια μου σε μια διαδικασία σμίκρυνσης. Σε λίγο, σε πολύ λίγο, μου φτάνει μέχρι τα γόνατα. Δεν χρειάζεται όπως την πρώτη, την πραγματική φορά, να σηκωθώ στις μύτες των ποδιών για να διακρίνω μέσα τους τρεις ανθρώπους. Τώρα σκύβω από πάνω και τους βλέπω, σε μια μοιραία, μυστική και τελεσίδική χορογραφία. Ελάχιστα τα χρώματα, λίγο κίτρινο από μικρή λάμπα για τη νύχτα, τρυπάει και αραιώνει το πηχτό γκρίζο.

Οι δύο άνθρωποι πιο φανεροί, ο τρίτος κρυφός, να μπαίνει κρυφά, να έχει στο σώμα κάτι από τσακισμένο αιλουροειδές. Κι αυτό που με ξυπνάει είναι οι πιτσιλιές στο πρόσωπό μου που μυρίζουν αίμα.

Ξυπνάω και τρέχω να ξεπλύνω τα μάτια μου. Το κρύο νερό σχεδόν με πονάει. Κοιτάζομαι στον καθρέφτη, χλωμή, έχω ένα πρόσωπο σκληρό. Κι αν φταίω εγώ για εκείνον τον παλιό ανεξιχνίαστο φόνο;… Πως φταίω γιατί όλα τα φαντάστηκα; Μήπως Φταίω Για Όλα Τα Φανταστικά;



Μαρία Μήτσορα

«Με λένε Λέξη»

εκδόσεις Πατάκη



Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2009

superman


…«Εγώ ήμουν ο Σούπερμαν. Υπήρχε πάντοτε αφίσα μόνο για μένα: ¨Σούπερμαν, μοναδικός στον κόσμο, αποκλειστικά στο θέατρό μας¨. Ξέρεις πόσος ήταν ο πούτσος μου σηκωμένος; Τριάντα εκατοστά. Ήμουν φαινόμενο. Έτσι με παρουσίαζαν: ¨Ένα φαινόμενο της φύσης…Ο Σούπερμαν … τριάντα εκατοστά, δώδεκα ίντσες, ένας Σούπερ-πούτσος, ίσαμε ένα πόδι… μόνο για σας… Ο Σούπερμαν!».
«Εσείς μόνος στη σκηνή;»
«Ναι. Μόνος .Έβγαινα τυλιγμένος σε μια μεταξωτή κάπα, κόκκινη και μπλε. Στη μέση της σκηνής σταματούσα μπροστά στο κοινό, άνοιγα την κάπα με μια κίνηση και στεκόμουν γυμνός, με τον πούτσο πεσμένο. Καθόμουν σε μια καρέκλα και φαινόταν ότι κοιτούσα το κοινό. Στην πραγματικότητα, κοίταζα μια λευκή ξανθιά, που μου την έβαζαν πίσω από κάτι κουρτίνες, πάνω σε ένα κρεβάτι. Αυτή η γυναίκα με τρέλαινε. Μαλακιζόταν κι όταν ήταν πια καυλωμένη, εμφανιζόταν και ένας λευκός και έκανε τα πάντα. Τα πάντα! Ήταν εκπληκτικό. Αλλά δεν τους έβλεπε κανείς. Ήταν μόνο για μένα. Παρακολουθώντας αυτό το σκηνικό, ο πούτσος μου σηκωνόταν, κόντευε να σκάσει και, χωρίς να τον ακουμπήσω καθόλου, τελείωνα. Ήμουν είκοσι χρονών και κάτι και έχυνα τόσο δυνατά που τα χύσια μου έφταναν στο κοινό στη πρώτη σειρά και κατάβρεχαν όλες τις αδερφές».
«Και το κάνατε αυτό κάθε βράδυ;»
«Κάθε βράδυ. Χωρίς να λείψω ούτε ένα. Έβγαζα καλά λεφτά και όταν έχυνα τόσο πολύ και άνοιγα το στόμα και άρχιζα να μουγκρίζω με τα μάτια γυρισμένα ανάποδα και σηκωνόμουν από την καρέκλα λες και ήμουν μαστουρωμένος, οι αδερφές τσακώνονταν για το ποιος θα λουστεί με τη κρέμα μου, θαρρείς και ήταν σερπαντίνες στο καρναβάλι. Και τότε μου πετούσαν λεφτά στη σκηνή και χτυπούσαν τα πόδια τους στο πάτωμα και μου φώναζαν: ¨Μπράβο, μπράβο, Σούπερμαν!¨ Αυτό ήταν το κοινό μου κι εγώ ήμουν ένας καλλιτέχνης που τους έκανε ευτυχισμένους. Σάββατα και Κυριακές έβγαζα πιο πολλά, γιατί γέμιζε το θέατρο. Έφτασα να γίνω τόσο διάσημος που έρχονταν τουρίστες απ’ όλο τον κόσμο να με δουν».
«Και γιατί σταματήσατε;»
«Γιατί έτσι είναι η ζωή .Μια σε ανεβάζει μια σε κατεβάζει. Στα τριάντα δύο μου χρόνια περίπου, το σπέρμα μου άρχισε να μειώνεται και μετά έφτασε κάποια στιγμή που δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ και μερικές φορές ο πούτσος μου έπεφτε και μετά ξανασηκωνόταν. Πολλά βράδια δεν μπορούσα να τελειώσω. Είχα αρχίσει να χάνω τα μυαλά μου έπειτα από τόση πίεση όλα αυτά τα χρόνια. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πόσο μου στοίχιζε το να κερδίζω τη ζωή μου με αυτό τον τρόπο. Είχα τη γυναίκα μου. Αυτό που λέμε ¨τον άνθρωπό μου¨. Ήμασταν μαζί όλη μας τη ζωή, από τότε που έφτασα εγώ στην Αβάνα μέχρι που πέθανε πριν από λίγους μήνες. Τέλος πάντων εκείνη την εποχή δεν μπορούσα να χύσω με τη γυναίκα μου. Δεν κάναμε παιδιά. Η γυναίκα μου δεν είδε ποτέ το σπέρμα μου για δώδεκα χρόνια. Ήταν άγια γυναίκα. Ήξερε ότι αν γαμιόμασταν κανονικά κι εγώ έχυνα, το βράδυ δε θα μπορούσα να κάνω το νούμερο μου κανονικά στο Σαγκάη. Έπρεπε να συγκεντρώνω όλο το σπέρμα του εικοσιτετραώρου για την παράσταση του Σούπερμαν».
«Απίστευτη πειθαρχία».
«Ή πειθαρχία ή θα πέθαινα από τη πείνα. Δεν ήταν εύκολο να βγάζεις το ψωμί σου την εποχή εκείνη».
«Και τι έγινε μετά;»
«Τίποτα. Έμεινα στο θέατρο για λίγο ακόμα, κάνοντας διάφορα γεμίσματα στο πρόγραμμα…μετά πήγα σ΄ ένα τσίρκο. Έκανα το παλιάτσο, φρόντιζα τα λιοντάρια, έκανα τον άνθρωπο-βάση για τους ισορροπιστές. Λίγο απ’ όλα. Η γυναίκα μου ήταν ράφτρα. Και μαγείρευε. Περάσαμε πολλά χρόνια έτσι. Δε βαριέσαι. Άτιμο πράγμα η ζωή. Φέρνει βόλτες».
Σήκωσε μια μικρή κουβέρτα που κάλυπτε τα ακρωτηριασμένα μέλη του. Δεν είχε πια ούτε πέος ούτε αρχίδια. Ήταν όλα ακρωτηριασμένα μαζί με τα πόδια του. Όλα κομμένα μέχρι και τα πόδια των γοφών. Δεν απέμεινε τίποτα πια. Ένα λαστιχένιο σωληνάκι έβγαινε από το σημείο όπου ήταν κάποτε ο πούτσος του, από το οποίο κυλούσε μόνιμα μια σταγόνα ούρα σε μια πλαστική σακούλα που είχε δεμένη στη μέση του.
«Τι σας συνέβη;»
«Υψηλό σάκχαρο. Έπαθαν γάγγραινα και τα δύο πόδια. Και σιγά σιγά μου τα ακρωτηρίασαν. Μέχρι και τ’ αρχίδια. Δεν μπορώ πια να λεω
¨στ’ αρχίδια μου!¨. Χα χα χα! Πριν, μάλιστα. Ήμουν τύπος με αρχίδια. Ο Σούπερμαν του Σαγκάη! Τώρα είμαι τελειωμένος, αλλά δεν μπορούν να μου πάρουν αυτό που έζησα».
Και γελούσε με τη καρδιά του. …εκείνος ο γέρο νέγρος που ήξερε να γελάει με τη πάρτη του…


Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες
« Η βρόμικη τριλογία της Αβάνας»
εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009

...αποσπάσματα...



...μαζί κι έπειτα άρχισε σιγά σιγά να πέφτει σιωπή θυμάσαι την τελευταία φορά στο σταθμό του τρένου έβλεπα να ανεβαίνεις ένα ένα αργά απ’ τον κόσμο που σπρώχνονταν τα σκαλιά να σε παίρνουν μακριά μου κι ήξερα πως ήτανε η τελευταία που σε ‘βλεπα από κοντά Θεέ μου φορά και γύρω να βρέχει λες κι επίτηδες δυνατά γύρισες και με κοίταξες και κατάλαβα πως νιώθεις το ίδιο και συ μωρό μου αγάπη μου χρυσή πιάστηκες με το δεξί χέρι απ’ τη χειρολαβή και με κοιτούσες και περνούσε ο κόσμος σκουντώντας και βρίζοντας ατέλειωτο ποτάμι μακρύ κι άλλοι στην αποβάθρα τρέχαν κουκουλωμένοι μ’ αυτοσχέδια αδιάβροχα προστατευτικά αμέτοχοι σε ότι συνέβαινε εκείνη τη στιγμή εκεί μπροστά στα μάτια τους δίπλα τους στη μνήμη μου έχει για πάντα εντυπωθεί η στερνή μας ανάμνηση κοινή εγώ όπως και τώρα αναζητούσα ποιος ξέρει τι μην μπορώντας ποτέ να στεριώσω ν’ αγαπηθώ ίσως έπρεπε τελικά να γίνουνε όλα όπως γίνανε θυμάσαι που μου είπες κάποια απ’ το τηλέφωνο βραδιά έψαχνα ατέρμονα κάτι άλλο δίχως κι η ίδια να ξέρω το τι κι άπλωσες το χέρι σου μες τη βροχή κίνηση αργή άγγιξες το πρόσωπο μου σαν να το άγγιζες για πρώτη φορά περιέφερες την παλάμη σ’ όλο το πρόσωπο μου αργά ιχνηλατώντας συλλέγοντας τις σταγόνες μια μια σταματήσαν τα δάχτυλα σου λίγο περισσότερο στα ίδια χείλη μου αυτά έκλαιγα μ’ αναφιλητά θα τα πούμε έτσι μου ‘πες κάπως σαν να ρωτούσες κι η φωνή σου ραγισμένη σε χιλιάδες ραγισμένες φωνές τα μάτια σου κι εσένα υγρά δεν απάντησα έκλαιγα με λυγμούς σφύριξε το τρένο κλείσαν οι πόρτες και πίσω απ’ το τζάμι καρδιά μου εσύ να φεύγεις να φεύγεις μακριά έκρυψα στις παλάμες το μέτωπο να μην βλέπω δεν ήθελα ξεσπώντας πια λεύτερη σε λυγμούς τρομερούς και το ‘νιωσα τότε καλά με πλήρη επίγνωση πως έμενα μόνη πλέον για πάντα και ένιωσα μια αγωνία θανάσιμη να μου ξεσκίζει τη ψυχή έκανα να τρέξω να σε προλάβω πιο πολύ πανικός της στιγμής κι όχι κανένας φτηνός μελοδραματισμός ευχήθηκα βλέπεις τόσες φορές την ελευθερία μου σαν ένα ενδεχόμεν’ ανέφικτο κι όταν ξαφνικά την απέκτησα τρόμαξα δεν ήξερα πώς να την κουμαντάρω τι να την κάνω να σε προλάβω να σου πω συγχώρεσε με αγάπη μου σ’ αγαπώ για πάντα θα σ’ αγαπώ σ’ αγαπούσα χιλιάδες χρόνια εσένα ζητούσα πριν ακόμα καν γεννηθώ συγχώρεσε με αγάπη μου δεν μπορώ μόνη μου δεν μπορώ μην μ’ αφήνεις μόνη μου δεν μπορώ μα κατάλαβα πως ήταν ήδη αργά σε φαντάστηκα καθισμένο την παλάμη σου να υποβαστάζει με κόπο το μέτωπο κοιτώντας έξω απ’ το τζάμι τα μέρη μου τα μέρη αυτά που δεν θα ήταν ποτέ δικά μας ξανά συγκρατώντας με κόπο τα δάκρυα ενθυμούμενος το παλιό παραμύθι των γιαγιάδων μας οι άντρες δεν κλαίνε ποτέ δεν κατάλαβα γιατί είναι ντροπή για έναν άντρα να κλαίει πικρά να μην γίνει τάχα ρεζίλι σε ποιον να πρέπει να κρατηθεί να μην κλάψει αυτά τα δάκρυα που τόσο τα είχε ανάγκη πολύ τα δάκρυα σου για μένα αγάπη μου αγάπη μου τι μ’ έπιασε τώρα ξαφνικά και κλαίω σαν τη χαζή τι τα θυμήθηκα όλα αυτά ιστορίες από χρόνια νεκρές όμως ακόμα και τώρα θυμάμαι απ’ έξω το τελευταίο σημείωμα που μου έστειλες κάποιο βράδυ στον υπολογιστή λίγο πριν τον οριστικό χωρισμό το διάβασα ξανά και ξανά το τύπωσα και το διάβασα και τις ακόλουθες μέρες κλαίγοντας μ’ αναφιλητά ώσπου το έκαψα και το έσβησα κι απ’ τον υπολογιστή δεν μπορούσα να το νιώθω τόσο δίπλα μου εκεί αλλά αποτυπώθηκε μέσα μου κι από τότε παραμένει εκεί μωρό μου σ’ αγάπησα καρδιά μου πολύ μου ‘γραφες όπως δεν είχες τολμήσει να μου μιλήσεις ποτέ πάντα συνεσταλμένος κι ελάχιστα εκδηλωτικός γιατί τώρα να φεύγεις σε νιώθω ολοένα συνέχεια πιο μακριά και πως θα ζήσω τώρα μονάχος έτσι που συνήθισα να είμαι μαζί σου αγάπη μου η ζωή μου τα τελευταία χρόνια ήταν ήσουν εσύ… πώς να ζήσω τώρα με την ιδέα ότι δεν θα είμαστε ένα εγώ κι εσύ πια μαζί… είναι γεγονός πως η απουσία σου έγινε μια κατάσταση που περισσότερο ή λιγότερο έμαθα να τη χειρίζομαι… όμως είναι φορές αγάπη μου που οι αναμνήσεις πολιορκούν το μυαλό μου και τότε η απουσία σου η πιθανότητα και μόνο μιας ζωής δίχως καθόλου την παρουσία σου αγάπη μου μου φαίνονται ανυπόφορα… συγχώρεσε με για το ασυνάρτητο του μηνύματος είμαι μεθυσμένος και πάλι κι απόψε νιώθω δυστυχισμένος καρδιά μου τόσο μόνος…μου λείπεις… αλήθεια μου λείπεις καρδιά μου πολύ… προς το παρόν ακόμα ο Άλκης σου… σταματάω κάπου εδώ θολά τα μάτια μου απ’ τα δάκρυα κι άλλο πια δεν βλέπω τίποτα… θέλω να ξέρεις πως ότι κι αν γίνει θα σε αγαπάω πάντα και θα σε νοιάζομαι πάντα ειλικρινά μωρό μου… συγγνώμη… δεν θέλω να σε πιέζω… ξέρω πως περνάς δύσκολα… να προσέχεις τον εαυτό σου καρδούλα μου… πόσα χρόνια να περάσαν από τούτο το μήνυμα εσύ θα...

Ζ.Δ. Αϊναλής
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
εκδ. Γαβριηλίδης

Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009

Η γυναίκα της Πάτρας



Πήγαινα και καβαλιόμουνα και δούλευα την πορνεία και η παπαδιά είχε την μητριά μου και καθότανε και της διάβαζε την Αγία Επιστολή και της έλεγε παιδάκι μου, ο Θεός εσυγχώρεσε εκείνον, ο Άγιος Διονύσης εσυγχώρεσε τον φονιά του αδελφού του, εμείς δεν είμαστε τίποτα, είμαστε σκουλήκια σάπια και κάνε το σταυρό σου και δώστου γονατίσματα η μητριά μου, ο Θεός να σε συγχωρέσει και σένα και τότε πάλι άλλη συνέχεια η παπαδιά και της έλεγε να κάνουμε προσευχή για τους φτωχούς, για τα ορφανά και της λέει η μητριά μου εγώ δεν έχω, δεν ξέρω, η παπαδιά έψελνε ωραία κι αρχίναγε τα λιβανίσματα. Εκείνη η παπαδιά ήταν νέα, είχε πεθάνει ο παπάς κι ήταν ωραία και καλλίγραμμη γυναίκα κι εμφανίσιμη στο πρόσωπο. Εκεί που ήτανε η παπαδιά, από κάτω ήτανε ένα ποτάμι κι εγώ είχα πάρει δύο τσιγγάνους, ωραία παιδιά, βίζιτα, και τον έχω μέσα μου και κάνω τη δουλειά μου κι από πάνω είναι η παπαδιά, σ’ ένα παραθυράκι και ψέλνει, κι έλεγε στην μητριά μου, ότι τώρα θα σου πω, «πάντα προστατεύεις αγαθών», επειδή ήμουνα αγαθή, είχα αγαθή καρδιά, γιατί γύρω απ’ την αγαθότητά σου, τα παθαίνεις και τα περισσότερα και λέει το κακόμοιρο γύρευε που πήρε τα μάτια του, μπα, σταμάτησε τώρα την πορνεία, μετά κουράστηκε τώρα της έλεγε, πριν πάω στο μπορντέλο είναι αυτό.
Μπα, της έλεγε η μητριά μου, είχε μίσος μέσα, ήτανε φίδι, οχιά, γύρευε που τον έχει μέσα παπαδιά της έλεγε, φαντάσου τι παπαδιά ήτανε, που της έλεγε η μητριά μου, γύρευε που τον έχει μέσα της η Πανωραία.
Μπα, ο Θεός να σ’ ευλογήσει κι ο Θεός να σ’ ελεήσει, μην λες τέτοια πράγματα κυρία Γιάννα, η Πανωραία τέτοιο πράγμα, εγώ σου λέω πως τόχει μετανιώσει. Πώς, λέει η μητριά μου τον έχει μέσα τώρα.
Εγώ είμαι με ψηλά τα πόδια, σε κάτι ωραία χορτάρια, σε κάτι χαρτόνια και πιο πέρα βοσκάνε πρόβατα, κι από πάνω ένας κόρακας και λαλάει και εγώ κάνω έναν έρωτα πολύ ωραίο, κάτω απ’ το ποτάμι, δεν έχει νερά το ποτάμι, με δύο τσιγγάνους. Έχουνε βάλει τα χαλιά, πουλάνε χαλιά. Εν τω μεταξύ παίρνω τα λεφτά μπροστά, επειδή αυτοί είναι περαστικοί και δεν τους ξέρω και σε μια φάση όπως ήρθε ο δεύτερος και κόντευε να τελειώσει, ακούω την παπαδιά και πήγα να τρελαθώ κι ίσα που έκανα κουράγιο και τέλειωσε κι ο δεύτερος κι αρχινάω να χτυπάω το κεφάλι μου στη γέφυρα. Εσυγκινήθηκα τόσο πολύ που άκουσα την παπαδιά κι έλεγε: «πάντα προστατεύεις αγαθών και αδικομένων ειρήνην, πονεμένων την γαλήνην, αινώ την παράκλησιν και ορφανών βοηθών. Μήτερ του Θεού φύλαξον με υπό την σκέπην Σου την πάσα ελπίδα μου, εσένα ανατίθεσει Μήτερ του Θεού, του Υψίστου.»
Εκεί ήταν μια γούβα, τους πλένω, φεύγουνε αυτοί. Δεν τους έπλενα εγώ, τους είχα λεκάνες, βρυσούλες κρεμασμένες τους είχα, είχα σύστημα.
Αλλά είχα και μια πολύ γριά Ζακυνθινιά, πολύ γριά, την κυρά-Αγγελική που είχε ειδικότητα σε τέτοια, τους έπλενε και της δίνανε τα χαρτζιλίκια της. Τους έπλενε και την πληρώνανε, γριά γυναίκα ήτανε.
Προφυλακτικά; Ά, πα, πα, πα δεν τόχω βάλει ποτέ στο σώμα μου. Δεν ξέρω. Μια φορά ένας μ’ έκανε πάρα πολύ κέφι κι ήθελε να βάλει προφυλακτικό για να κάνουμε έρωτα το οποίο προφυλακτικό γαργάλαγε και σου’ φερνε ηδονή και κοιτάω την είχε, πω, πω, πω σαν συφιλιασμένη πούτσα ήτανε, άι, σε καλό σου Χριστιανέ μου, του λέω. Μάλιστα ιταλός ήτανε, βρώμικο πράγμα τούλεγα στα Ιταλικά.
Αυτή συνεχίζει τους ύμνους, κι εγώ έλεγα αυτή η γούβα Θεέ μου δεν ήτανε να’ χει ακόμα λίγο νερό να πέσω μέσα να πνιγώ.
Θα πήγαινα στη θάλασσα να πνιγώ, δεν μπόραγα, με κόβανε τα πόδια μου. Δεν είχα κουράγιο. Κι αυτή να το ξαναλέει και «Μήτερ του Θεού…».



«H γυναίκα της Πάτρας»

Διηγείται η Πανωραία Γράφει ο Γιώργος Χρονάς
Εκδόσεις ΣΙΓΑΡΕΤΑ

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2009

¨…μόνο λίγο δεν μ’ αγαπάει¨



¨Για το όφελος μιας χίμαιρας¨

«Που πήγαν τόσα δάκρυα, που πήγαν οι λίμνες με τα δάκρυα; Περπατούν οι λίμνες; ΄Η πέρασε φωτιά και τις ξέρανε; Ήθελα να ξέρω! Σ’ αγαπώ, σε θέλω, σε χρειάζομαι, και μ΄ έφαγε, μ’ έβαλε στο πιάτο του και μ’ έφαγε, γεύτηκε με απόλαυση τα σωθικά μου. Να πάρεις δρόμο, του έλεγα, δεν θέλω τέτοια αγάπη, να μην ξαναφανείς! Κι επειδή άκουγα το στόμα μου να το λεει, νόμιζα πως έτσι ήταν, πως το πίστευα. Εκείνος όμως ήξερε τι τρυγόνι ήμουν μαζί του, τι λωλή, παρμένη κι αρπαγμένη, ήξερε πως ένας παπαγάλος μιλούσε απ΄ το στόμα μου όταν τον έδιωχνα, όχι εγώ η ίδια- εγώ θ’ αργούσα να ξυπνήσω, μια και καλή για να πεθάνω!- και με πατούσε πάνω σ’ αυτό, μου έπινε το αίμα στάλα-στάλα. Να φύγεις, σπάραζα, να φύγεις και να μην ξαναφανείς, δεν σε χρειάζομαι! Θα φύγω και θα σου ξαναφανώ, γελούσε ο αχμάκης, με χρειάζεσαι. Εγώ; Εσύ. Αφού δεν κάνεις χωρίς εμένα, μου’ λεγε, τι μιλάς; Κούνια που σε κούναγε, του έλεγα, μια χαρά κάνω χωρίς εσένα! Κι από μέσα μ’ έτρωγε το μαύρο σκουλήκι της αδυναμίας. Όση δύναμη έχει αυτή η αδυναμία, δεν την έχει άλλο τίποτε! Είχα αγανακτήσει, είχα χτικιάσει, είχα απαυδήσει, όλα τα είχα! Δεν ήταν αγάπη αυτό, κόλαση ήταν, τιμωρία. Εννιά χρόνια στη σειρά… Που πήγαν λεω τόσα δάκρυα; Που πήγαν τα μάτια μου τα ίδια; Ήθελα να ξέρω!
…Είχε και τσιγγάνικο το αίμα, βλέπετε, από μανούλα πολύ σκούρα, εμ πως. Είμαι τσιγγάνος εγώ, απ’ τη φυλή της φλόγας, δεν είμαι όποιος-όποιος! Αχ, πότε θα κρυώσει η καρδιά μου, έλεγα, γι’ αυτόν απ’ τη φυλή της φλόγας, τον γύφτο, τον κατσίβελο! Μα τι που το έλεγα; Μαύρος και σιχαμερός, της καρδιάς μου διαλεχτός! Κι αυτός ο διαλεχτός, ο μαύρος, είχε και άλλες- να σας το’ κρυβα; να το παρέλειπα αυτό; Με θέλουν εμένα οι γυναίκες, έλεγε, αρεσιάρη μ’ έκανε η μάνα μου, δεν προλαβαίνω από γυναίκες! … Εγώ το δέντρο της ζωής του, το άστρο του, η ¨αχτύπητη¨- ο ίδιος με έλεγε έτσι, δεν ήξερα τι σήμαινε, γεμάτη από χτυπήματα όπως ήμουν-, εγώ και η μάνα του παιδιού του, μα είχε κι άλλες να τον νταντεύούν, να του θρέφουν το εγώ. Όσο πιο μικρό το εγώ του ανθρώπου, τόσο πιο άπατο…»

«Φιλιά κι αγάπες και ¨θα πεθάνουμε μαζί¨! ΄Α, όχι, δεν θα πεθάνουμε μαζί, μην κάνεις τέτοια όνειρα, του έλεγα, δεν θέλω πια ούτε να ζήσουμε μαζί, ούτε μια μέρα παραπάνω, τέτοιος που έγινες! Γελούσε, όλο γελούσε. Αφού σ’ αρέσει να’ μαι ο τέτοιος σου, ο έτσι σου, σε ποιόν τα λες, μου έλεγε, να σε πιστέψει ποιος; Ά, τι ξεφτίλα ο έρωτας! Και κοίτα- μ’ έπιανε απ’ το πηγούνι όπως κάναν κάτι γόητες στο σινεμά-, κοίτα μην έρθω καμμιά ώρα και σε βρω δαγκωμένη από κανάν άλλον, ε; Θα με βρεις, του έλεγα, αυτό σου χρειάζεται! Να με βρεις δαγκωμένη από άλλον! Για μένα όλοι οι άλλοι ήταν αυτός, μα έκανα την αντρειωμένη- χαντακώθηκα μια φορά να χτυπιέμαι με το τακούνι μου και να τσιμπιέμαι με τα νύχια μου εδώ γύρω στο λαιμό μου, για να με βρει με μελανιές τάχα από άλλον! Ά, τι ξεφτίλα, λεω, ο έρωτας! Στα παιδιά να δώσεις να τον παίξουν, θα παίξουν καλύτερα!»

« Τα άξιζα όλα αυτά; Όχι πείτε μου∙ τα άξιζα;» τους ρώτησε. « Εγώ γεννήθηκα ήμερο ζώο, έτσι νομίζω, και έγινα θηρίο ανήμερο για μια παλιοαγάπη».

« Τον καταράστηκα και τον λυπήθηκα και τον λάτρεψα όσο άλλο τίποτα. Χρόνια αιώνες σ’ αγαπώ σε λυπάμαι, έτσι του έλεγα. Με μια ανάσα το’ λεγα, φωναχτά ή από μέσα μου, μα πού να καταλάβει! Εγώ και τo ψέμα μπορούσα να το κάνω αλήθεια, και το λίγο να το κάνω πολύ, και την χολή μου ευχή να την κάνω, βάλσαμο, μα ποιο το όφελος;» Τα μάτια της στένεψαν και σκοτείνιασαν απερίγραπτα. « Χρόνια και αιώνες, ναι. Άχ, άμα ξέρατε την…»-έδειξε με το χέρι της πίσω, πίσω, σαν να έδειχνε μίλια μακρυά- « άμα ξέρατε, λεω, την αληθινή ηλικία μου!»

« …Εκείνα τα φιλιά μας κάποτε!…Κατακλυσμός! Να ρουφήξουμε με τις γλώσσες μας την άβυσσο, τίποτα λιγότερο απ’ την άβυσσο!… Συγνώμη που ονειροπολώ»- συνήλθε απότομα… « την άβυσσο, σας έλεγα, τίποτα πιο λίγο απ’ την άβυσσο! Αλλά όμως τον είχα αποπέμψει πια, τι άβυσσος και παράβυσσος, τον είχα αποπέμψει, το έκανα κι αυτό μια ωραία ημέρα»…
«Όχι. Ούτε για πεταλάκι στο παπούτσι μου δεν τον θέλω πια». Έδειχνε ανήσυχη, χτυπούσε πάλι το χείλι, το μηλίγγι της, σαν να’ χε παραλείψει κάτι σημαντικό. « Είχα κάτι να πω για τα εννιά τα χρόνια, δεν ξέρω αν προλαβαίνουμε. Ήταν λίγο πριν τον αποπέμψω- ο λόγος που τον…! Να το πω;»
Της έδωσαν το ελεύθερο κι ας πίεζε λίγο η ώρα- κουκιά μετρημένα πια, αλλά και πότε ξανά σάμπως; Και πως θα έκλεινε η βραδυά χωρίς να ειπωθεί και τούτο;
« Μου λεει μια μέρα ο αλησμόνητος: Γίναν λοιπόν εννιά τα χρόνια μας, έ; Κι ανοίγει τάχα του τα μάτια απ’ την έκπληξη∙ έ, να τα κάνουμε δέκα, μου λεει, δέκα είναι εύκολο μετά να γίνουν είκοσι, τριάντα…Το κορόιδεψε, κατάλαβες; Θα μπορούσε να το πει μ’ άλλον τρόπο, να μη με πειράξει. Μα το κορόιδεψε, αυτό με πόνεσε στο ύφος του, με ζόφωσε, που τα’ βαλε όλα σ’ ένα σακί, σαν χουβαρντάς τσιγγούνης- τι δέκα, τι είκοσι, κάτι τρέχει στα γύφτικά. Ο γύφτος!… Κι εγώ να υφαίνω μύθους στο κεφάλι μου, να τρυπάω τα σπλάχνα και τα μάτια μου με την ψιλή βελόνα! Ανυπόστατε, σκέφτηκα, κακομοίρη μου, σου ετοιμάζω παγετώνες. Γιατί ποιος σου είπε πως επειδή γίναν εννιά τα χρόνια μας, θα τα κάνω και δέκα; Έ; Κι εννιάμισυ θα τα φτάσω άμα θέλω, και δέκα παρά μία ημέρα, μα όχι δέκα! Αφού έτσι το λες, σαν να φυσάς μια σκόνη απ’ το μανίκι σου, όχι δέκα!»
« Και θέλω με την ευκαιρία να σας πω την ιστορία με τον σεΪχη που αγαπούσε μια γυναίκα κάποτε, την καταλάτρευε, κι εκείνη- σαν απόδειξη της αγάπης του, άκου!- του ζητάει να έρθει να μείνει κάτω απ’ το παραθύρι της εκατό μέρες κι εκατό νύχτες. Δεν της έφτανε η ζωντανή καρδιά του, ήθελε κι αυτήν την απόδειξη. Και παίρνει ο σεϊχης την καρέκλα του κι έρχεται ταπεινά- ταπεινά κάτω από το παραθύρι της αγαπημένης του και μένει εκεί και περνούν έτσι μια μια οι μέρες και οι νύχτες που του ζήτησε. Είκοσι, πενήντα, ογδόντα, ενενήντα, ενενήντα πέντε –εκεί αυτός-, ενενήντα εφτά, ενενήντα οχτώ, ενενήντα εννιά… Και ξημερώνοντας η εκατοστή ημέρα, ο σεϊχης παίρνει τη καρέκλα του και σηκώνεται και φεύγει. Αυτή είναι η ιστορία της αγάπης, η τρέλα, η θυσία και η απονιά της!» κατέληξε η Δάφνη. «Κι αν δε το καταλάβατε-που δεν το νομίζω-, εγώ είμαι ο σεϊχης».



«Tο πάθος χιλιάδες φορές»
Ζυράννα Ζατέλι
Εκδόσεις Καστανιώτη

Κυριακή, 07 Ιουνίου 2009

And we run ’till we lose our way…


Μια μέρα

από τις πρώτες του φορές

τα δύο μου δάχτυλα -του αριστερού χεριού-

το μεσαίο και ο δείχτης

πιέζουν τη φίστουλα

στο δεξί του μπράτσο

–να σταματήσει- το αίμα-

τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ-

με δύναμη

ορμή

υπόγειου ποταμού που τρέχει με βοή

- σαν το χείμαρρο το χειμώνα στο χωριό που τον ακούς αγριεμένο δεν τον βλέπεις κάτω από τα γιγάντια πλατάνια και σε κυνηγά μετά η αγριάδα της σκοτεινιάς του-

μια φλέβα και μια αρτηρία ενωμένες.

όλη του η γλυκιά ζωή θριαμβεύει κάτω από τις άκρες των δακτύλων μου

…κι εγώ την ΑΚΟΥΩ!

Και τον αγαπάω τόσο!

Και είμαι τόσο περήφανη για την ζωή που έχει το αίμα του μέσα στις φλέβες του!

Νωρίτερα βλέπεις το αίμα του να τρέχει σε διάφανους λεπτούς σωλήνες βαθύ πηχτό κόκκινο ερυθρό αυθάδες… το μισό μέσα στο σώμα του και το μισό έξω από το σώμα του ολονών το αίμα σε σωλήνες όλοι τους συνδεδεμένοι με το μηχάνημα τους κι ο μπαμπάς μου μαζί τους έχουν αυτοί δικό τους χωριό κοιμούνται ξεκουράζονται σε δικό τους ύπνο όλοι μαζί μιλούν γελούν βυθίζονται στο ίδιο όνειρο εμείς δε το αγγίζουμε μπορούμε να τους κοιτάμε αμήχανα ευγενικά αλλά μέχρι εκεί…όταν τελειώνει η αιμοκάθαρση επιστρέφουν…

Τον βοηθάω να σηκωθεί.

Του φορώ τα παπούτσια του στα μισοκοιμισμένα ακόμα πόδια του.

Του φορώ το σακάκι του.

Και

περπατάμε.

Μαζί.

Πάλι.

Έξω.


Gone Face full of sun
& We run 'til we lose our way
Bad thoughts are gone
War is won
& All's in its place
The day's all ours
Until we trip on a Grave
Birds stop their song
As you turn to me & say
We will be gone...


Matt Elliott...Gone


(Σοφία Κ)

Σάββατο, 02 Μαΐου 2009

...άδειο...


[αγκαλιάζοντας αργά αργά απαλά απαλά έως ότου σφιχτά πολύ σφιχτά δύο πόδια]

...
Όταν έκλεισαν τα ανθρακωρυχεία και φύγαμε τότε για τις Βρυξέλλες, εκείνοι δεν ήρθαν, έμειναν πίσω. ‘Ήμουν πέντε κ -για πάντα-θυμάμαι να αγκαλιάζω και να σφίγγω με βαθύ σπαραγμό τα πόδια της Ντίνας (μέχρι εκεί την έφτανα) και κανείς δε μπορούσε να με τραβήξει μακριά της...

[Τα πόδια ¨έφυγαν¨ και απομένει ένα άδειο φόρεμα]


Δεν τους ξαναείδα ποτέ.

Μέχρι τα τριάντα μου περίπου έβλεπα συχνά στα όνειρα μου ότι επιστρέφω στο Βέλγιο και ψάχνω όλο νοσταλγία και αγωνία τη Ντίνα!

Κάθε φορά διαφορετικό όνειρο με την ίδια όμως πάντα -αιώνια σχεδόν- αναζήτηση. Και κάθε μα κάθε φορά που νόμιζα πως πλησιάζω κοντά της… εκείνο το σπίτι ήταν πάντα κλειστό και κανείς δεν έμενε πια εκεί.


Τατιάνα:…κι από κείνη τη πόρτα;…

Σοφία:…το σπίτι άδειο…

Ποτέ δε τη βρήκα στα όνειρα μου.

… άδειο …


Δευτέρα, 02 Μαρτίου 2009

Όνειρο μέσα σε όνειρο …


Τ: Εκείνη η πόρτα…

Σ: Moυ θυμίζει πράγματα που δεν έχω ζήσει ...

τα πάντα … ίδια ...

Τ: κι από κείνη την πόρτα; ...

Σ: το σπίτι άδειο ...

εκείνος o άντρας γερασμένος χρόνια και εκείνη η γυναίκα να κλαίει σ’ ανύποπτες στιγμές ...

Τ: κι από εκείνη την πόρτα; ...

Σ: δεν ξέρω… ύστερα όμως...

Τ: Θάλασσα…το νερό μέχρι…

Σ: …χιόνι…χιόνι μέχρι τα γόνατα…χιόνι

Τ: άσπρο

Σ: χιόνι

Τ: άσπρο

Σ: χιόνι

Τ: Το μάτι άσπρο…

Σ: χιόνι

Τ: Άδειο…γυμνός…γυμνή…όχι εκείνος γυμνός…

Σ: Ήταν γυμνοί…όχι ήμασταν γυμνοί…και περπατούσαμε… περπατούσαμε…

Τ: το στόμα…

Σ: δρόμο…

Τ: άδειο…

Σ: δρόμο…

Τ: τα δόντια του…

Σ: δρόμο…

Τ: έπεφταν τακ τακ τακ

Σ: σκάλες…

Τ: τακ τακ τακ

Σ: κατεβαίναμε σκάλες…

Τ: δόντι και τακ…

Σ: σκάλες…

Τ: στη θάλασσα…

Σ: υπόγειο…

Τ: και αίμα…

Σ: …πόρτα…κρεβάτι …

να του απλώνει τις σωστές αλλαξιές στο κρεβάτι μην τυχόν και φορέσει λάθος πουκάμισο με λάθος παντελόνι ...

όλα στο μυαλό μου είναι ξεκάθαρα όμως ... θέλω να μιλήσω αλλά πάντα δεν καταφέρνω να πω τίποτα ...

Τ: έχω ευτυχία, έχω…

Σ: πυρετό, έχω...

Τ: …δυστυχία…

Σ: έχω ευτυχία…

Τ: έχω ευτυχία έχω…

Σ: δυστυχία έχω ευτυχία

Τ: …πως λέμε έχω πυρετό…

Σ: …και δεν ξέρω γιατί είπα αυτήν την ιστορία ...

Τ: κι από κείνη τη πόρτα;…

Σ: από εκείνη την πόρτα όμως ... τα ίδια όνειρα ...

Τα ίδια σπίτια … οι ίδιες πόρτες …

[ Όνειρο Σοφίας … … …]

Τα θυμάμαι όλα!

Τ: Εγώ δεν θυμάμαι τα όνειρα μου. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως δεν βλέπω καν όνειρα. Είναι σαν να μην κοιμάμαι ποτέ. Σκοτάδι. Μόνο. Ξυπνάω… και ξυπνάω πάλι. Ίσως κάποτε, παλιά, δεν θυμάμαι, να τρόμαξα από ένα όνειρο τόσο πολύ…μια καταστροφή…και έτσι αποφάσισα να μη δω στον ύπνο μου ξανά ποτέ τίποτα.

Σ: Απώλεια. Μια μεγάλη απώλεια…

Τ:…ένα απότομο χάδι… ή κάτι…εγώ δεν θυμάμαι!

Σ: Εγώ τα θυμάμαι όλα. Και δεν μπορώ να απαλλαγώ από αυτά …

Τ: Κοιμήθηκα … κι ωχ θεέ μου…

Σ:ξέχασα να ξυπνήσω!

Σ: (τραγούδι) ... je connais la brume claire la neige rose des matins d’hiverts…

Τ:… "άρχισα να τραγουδώ δυνατά για να μη φοβάμαι όταν έμενα μόνη μου και μην τύχει και ραγίσει το φράγμα από πουθενά".